to blow past
blow
bləʊ
blew
past
pɑ:st
paast

Ορισμός και σημασία του "blow past"στα αγγλικά

to blow past
01

περνώ γρήγορα, προσπερνώ

to move past someone with speed 
to blow past definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
past
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow past
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows past
ενεστώτα μετοχή
blowing past
απλός αόριστος
blew past
παθητική μετοχή
blown past
Παραδείγματα
The fast runner blew past others in the race effortlessly. 

Ο γρήγορος δρομέας προσπέρασε τους άλλους στον αγώνα χωρίς κόπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store