Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow past
01
περνώ γρήγορα, προσπερνώ
to move past someone with speed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
past
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow past
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows past
ενεστώτα μετοχή
blowing past
απλός αόριστος
blew past
παθητική μετοχή
blown past
Παραδείγματα
The talented musician continues to blow past expectations with each new release.
Ο ταλαντούχος μουσικός συνεχίζει να ξεπερνά τις προσδοκίες με κάθε νέα κυκλοφορία.



























