beat off
beat
bi:t
μπητ
off
ɔf
οφ
/bˈiːt ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "beat off"στα αγγλικά

to beat off
[phrase form: beat]
01

περνάω την ώρα μου χωρίς να κάνω τίποτα σημαντικό ή παραγωγικό, σκοτώνω τον χρόνο

to pass the time without doing anything important or productive
to beat off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat off
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats off
ενεστώτα μετοχή
beating off
απλός αόριστος
beat off
παθητική μετοχή
beaten off
Παραδείγματα
The tendency to beat off by browsing social media should be minimized.
Η τάση να σπαταλάς χρόνο περιηγούμενος στα κοινωνικά δίκτυα θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store