to beat off
beat
bi:t
bit
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "beat off"στα αγγλικά

to beat off
01

περνάω την ώρα μου χωρίς να κάνω τίποτα σημαντικό ή παραγωγικό, σκοτώνω τον χρόνο

to pass the time without doing anything important or productive 
to beat off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat off
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats off
ενεστώτα μετοχή
beating off
απλός αόριστος
beat off
παθητική μετοχή
beaten off
Παραδείγματα
He admitted to sometimes beating off by simply staring out the window. 

Παρέδωσε ότι μερικές φορές σπαταλάει χρόνο απλά κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store