Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat off
[phrase form: beat]
01
περνάω την ώρα μου χωρίς να κάνω τίποτα σημαντικό ή παραγωγικό, σκοτώνω τον χρόνο
to pass the time without doing anything important or productive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat off
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats off
ενεστώτα μετοχή
beating off
απλός αόριστος
beat off
παθητική μετοχή
beaten off
Παραδείγματα
The tendency to beat off by browsing social media should be minimized.
Η τάση να σπαταλάς χρόνο περιηγούμενος στα κοινωνικά δίκτυα θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί.



























