Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work around
01
παρακάμπτω, βρίσκω μια εναλλακτική λύση
to find a solution to overcome a problem or obstacle
Transitive: to work around a problem or obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work around
γ΄ ενικό πρόσωπο
works around
ενεστώτα μετοχή
working around
απλός αόριστος
worked around
παθητική μετοχή
worked around
Παραδείγματα
She worked around the lack of resources by leveraging external partnerships.
Παράκαμψε την έλλειψη πόρων αξιοποιώντας εξωτερικές συνεργασίες.



























