Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to witter on
01
φλυαρώ, κουβεντιάζω ατέρμονα για ασήμαντα θέματα
to talk continuously about unimportant matters
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
witter
ενεστώτας
witter on
γ΄ ενικό πρόσωπο
witters on
ενεστώτα μετοχή
wittering on
απλός αόριστος
wittered on
παθητική μετοχή
wittered on
Παραδείγματα
She kept wittering on during the entire car ride, and I could n't get a word in.
Συνέχιζε να φλυαρεί καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής με το αυτοκίνητο, και δεν μπόρεσα να πω ούτε μια λέξη.



























