Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to want out
[phrase form: want]
01
θέλω να βγω, θέλω να φύγω
to desire to leave a specific place or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
want
ενεστώτας
want out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wants out
ενεστώτα μετοχή
wanting out
απλός αόριστος
wanted out
παθητική μετοχή
wanted out
Παραδείγματα
The employee wanted out of the tedious project.
Ο εργαζόμενος ήθελε να βγει από το κουραστικό έργο.



























