to want out
want
wɒnt
vont
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "want out"στα αγγλικά

to want out
01

θέλω να βγω, θέλω να φύγω

to desire to leave a specific place or situation 
to want out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
want
ενεστώτας
want out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wants out
ενεστώτα μετοχή
wanting out
απλός αόριστος
wanted out
παθητική μετοχή
wanted out
Παραδείγματα
The athlete wanted out of the competition due to injury concerns. 

Ο αθλητής ήθελε να βγει από τον αγώνα λόγω ανησυχιών για τραυματισμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store