to trail off
trail
treɪl
treil
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "trail off"στα αγγλικά

to trail off
01

ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά

to slowly get quieter and eventually stop 
to trail off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
trail
ενεστώτας
trail off
γ΄ ενικό πρόσωπο
trails off
ενεστώτα μετοχή
trailing off
απλός αόριστος
trailed off
παθητική μετοχή
trailed off
Παραδείγματα
The train's whistle trailed off as it disappeared around the bend. 

Το σφύριγμα του τρένου ξεθώριασε καθώς εξαφανιζόταν στην καμπύλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store