trail off
trail
treɪl
τρειλ
off
ɔf
οφ
/tɹˈeɪl ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "trail off"στα αγγλικά

to trail off
[phrase form: trail]
01

ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά

to slowly get quieter and eventually stop
to trail off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
trail
ενεστώτας
trail off
γ΄ ενικό πρόσωπο
trails off
ενεστώτα μετοχή
trailing off
απλός αόριστος
trailed off
παθητική μετοχή
trailed off
Παραδείγματα
The engine noise of the car trailed off as it moved farther away.
Ο θόρυβος της μηχανής του αυτοκινήτου συνεχώς μειωνόταν καθώς απομακρυνόταν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store