Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trail off
[phrase form: trail]
01
ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά
to slowly get quieter and eventually stop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
trail
ενεστώτας
trail off
γ΄ ενικό πρόσωπο
trails off
ενεστώτα μετοχή
trailing off
απλός αόριστος
trailed off
παθητική μετοχή
trailed off
Παραδείγματα
The engine noise of the car trailed off as it moved farther away.
Ο θόρυβος της μηχανής του αυτοκινήτου συνεχώς μειωνόταν καθώς απομακρυνόταν.



























