Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tend towards
[phrase form: tend]
01
τείνω προς, κλίνω προς
to have a natural tendency to show a particular behavior or characteristic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
tend
ενεστώτας
tend towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
tends towards
ενεστώτα μετοχή
tending towards
απλός αόριστος
tended towards
παθητική μετοχή
tended towards
Παραδείγματα
In stressful situations, people may tend toward impulsive decision-making.
Σε στρεσογόνες καταστάσεις, οι άνθρωποι μπορεί να έχουν την τάση να λαμβάνουν αυθόρμητες αποφάσεις.



























