Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tend towards
[phrase form: tend]
01
τείνω προς, κλίνω προς
to have a natural tendency to show a particular behavior or characteristic
Παραδείγματα
In stressful situations, people may tend toward impulsive decision-making.
Σε στρεσογόνες καταστάσεις, οι άνθρωποι μπορεί να έχουν την τάση να λαμβάνουν αυθόρμητες αποφάσεις.



























