Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tend towards
01
τείνω προς, κλίνω προς
to have a natural tendency to show a particular behavior or characteristic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
tend
ενεστώτας
tend towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
tends towards
ενεστώτα μετοχή
tending towards
απλός αόριστος
tended towards
παθητική μετοχή
tended towards
Παραδείγματα
She tends towards healthy food choices in her diet.
Εκείνη τείνει προς την επιλογή υγιεινών τροφών στη διατροφή της.



























