Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sweep aside
01
απομακρύνω, αγνοώ
to ignore something, refusing to let it impact one's thoughts or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
sweep
ενεστώτας
sweep aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
sweeps aside
ενεστώτα μετοχή
sweeping aside
απλός αόριστος
swept aside
παθητική μετοχή
swept aside
Παραδείγματα
She decided to sweep aside the negative comments and focus on her goals.
Αποφάσισε να αγνοήσει τα αρνητικά σχόλια και να επικεντρωθεί στους στόχους της.



























