Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to step aside
01
παραιτούμαι, δίνω τη θέση μου
to willingly step back from a position, often to make way for someone else to take the role
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
aside
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps aside
ενεστώτα μετοχή
stepping aside
απλός αόριστος
stepped aside
παθητική μετοχή
stepped aside
Παραδείγματα
The team captain stepped aside, giving a promising player the opportunity to lead.
Ο αρχηγός της ομάδας παραχώρησε τη θέση του, δίνοντας σε έναν πολλά υποσχόμενο παίκτη την ευκαιρία να ηγηθεί.



























