Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squash up
01
σφίγγομαι, πλησιάζω
to collectively move closer together, typically by adjusting one's position, to create more space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
squash
ενεστώτας
squash up
γ΄ ενικό πρόσωπο
squashes up
ενεστώτα μετοχή
squashing up
απλός αόριστος
squashed up
παθητική μετοχή
squashed up
Παραδείγματα
As more guests arrived at the party, everyone had to squash up on the couch to make room for everyone.
Καθώς έφταναν περισσότεροι καλεσμένοι στο πάρτι, όλοι έπρεπε να συμπιεστούν στον καναπέ για να γίνει χώρος για όλους.



























