Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squash in
[phrase form: squash]
01
σφίγγω μέσα, μπήχνω
to successfully fit something into a confined or crowded space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
squash
ενεστώτας
squash in
γ΄ ενικό πρόσωπο
squashes in
ενεστώτα μετοχή
squashing in
απλός αόριστος
squashed in
παθητική μετοχή
squashed in
Παραδείγματα
She squashed the extra toys in the toy chest to make room for new ones.
Σφίξει τα επιπλέον παιχνίδια στο κουτί παιχνιδιών για να κάνει χώρο για τα καινούρια.



























