Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squash in
01
σφίγγω μέσα, μπήχνω
to successfully fit something into a confined or crowded space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
squash
ενεστώτας
squash in
γ΄ ενικό πρόσωπο
squashes in
ενεστώτα μετοχή
squashing in
απλός αόριστος
squashed in
παθητική μετοχή
squashed in
Παραδείγματα
The chef skillfully squashed in all the ingredients into the small mixing bowl.
Ο σεφ επιδέξια συμπίεσε όλα τα υλικά στο μικρό μπολ ανάμειξης.



























