to skill up
skill
skɪl
skil
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "skill up"στα αγγλικά

to skill up
01

εκπαιδεύω, αναβαθμίζω τις δεξιότητες

to provide someone with the skills necessary to perform a specific job or task effectively 
to skill up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
skill
ενεστώτας
skill up
γ΄ ενικό πρόσωπο
skills up
ενεστώτα μετοχή
skilling up
απλός αόριστος
skilled up
παθητική μετοχή
skilled up
Παραδείγματα
The company is committed to skilling up its employees through regular training programs. 

Η εταιρεία δεσμεύεται να βελτιώνει τις δεξιότητες των εργαζομένων της μέσω τακτικών προγραμμάτων εκπαίδευσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store