to show in
show
ʃəʊ
shew
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "show in"στα αγγλικά

to show in
01

οδηγώ, φέρω μέσα

to guide someone to the designated room or space 
to show in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show in
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows in
ενεστώτα μετοχή
showing in
απλός αόριστος
showed in
παθητική μετοχή
shown in
Παραδείγματα
She showed the client in and offered them a comfortable seat. 

Οδήγησε τον πελάτη μέσα και του προσέφερε μια άνετη θέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store