to show in
Pronunciation
/ʃˈoʊ ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "show in"στα αγγλικά

to show in
[phrase form: show]
01

οδηγώ, φέρω μέσα

to guide someone to the designated room or space
to show in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show in
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows in
ενεστώτα μετοχή
showing in
απλός αόριστος
showed in
παθητική μετοχή
shown in
Παραδείγματα
The guide showed in the tour group, providing interesting facts along the way.
Ο οδηγός έδειξε στην ομάδα του ταξιδιού, παρέχοντας ενδιαφέροντα γεγονότα κατά μήκος του δρόμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store