Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to show in
[phrase form: show]
01
οδηγώ, φέρω μέσα
to guide someone to the designated room or space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
show
ενεστώτας
show in
γ΄ ενικό πρόσωπο
shows in
ενεστώτα μετοχή
showing in
απλός αόριστος
showed in
παθητική μετοχή
shown in
Παραδείγματα
The guide showed in the tour group, providing interesting facts along the way.
Ο οδηγός έδειξε στην ομάδα του ταξιδιού, παρέχοντας ενδιαφέροντα γεγονότα κατά μήκος του δρόμου.



























