round on
round
raʊnd
ραουνντ
on
ɑ:n
αν
/ɹˈaʊnd ˈɒn/
round upon

Ορισμός και σημασία του "round on"στα αγγλικά

to round on
[phrase form: round]
01

στρέφομαι ξαφνικά εναντίον, επιτίθεμαι λεκτικά

to suddenly confront, attack, or shout angrily at someone
to round on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
round
ενεστώτας
round on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rounds on
ενεστώτα μετοχή
rounding on
απλός αόριστος
rounded on
παθητική μετοχή
rounded on
Παραδείγματα
The coach warned the team not to make mistakes, or he would round on them during practice.
Ο προπονητής προειδοποίησε την ομάδα να μην κάνει λάθη, διαφορετικά θα επιτεθεί σε αυτούς κατά την προπόνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store