Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to relate to
01
συνδέομαι με, καταλαβαίνω
to feel a connection or understanding with someone or something
Transitive: to relate to someone's feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
relate
ενεστώτας
relate to
γ΄ ενικό πρόσωπο
relates to
ενεστώτα μετοχή
relating to
απλός αόριστος
related to
παθητική μετοχή
related to
Παραδείγματα
After experiencing a similar loss, she could deeply relate to her friend's grief.
Αφού βίωσε μια παρόμοια απώλεια, μπορούσε να συμπάσχει βαθιά με τη θλίψη της φίλης της.
02
σχετίζομαι με, έχω σχέση με
to be connected to or about a particular subject
Transitive: to relate to a subject
Παραδείγματα
The book's themes of love and loss relate to the complexities of human relationships.
Τα θέματα του βιβλίου για την αγάπη και την απώλεια σχετίζονται με την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων.



























