Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preside over
01
προεδρεύω, διευθύνω
to take on the role of being in charge of an event or situation, often with official responsibility
Transitive: to preside over an event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
preside
ενεστώτας
preside over
γ΄ ενικό πρόσωπο
presides over
ενεστώτα μετοχή
presiding over
απλός αόριστος
presided over
παθητική μετοχή
presided over
Παραδείγματα
The judge will preside over the trial next week.
Ο δικαστής θα προεδρεύσει στη δίκη την επόμενη εβδομάδα.



























