Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predispose towards
01
προδιαθέτω προς, κάνω πιο πιθανό για
to make someone more likely to experience or develop a certain condition or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
towards
βασικό ρήμα
predispose
ενεστώτας
predispose towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
predisposes towards
ενεστώτα μετοχή
predisposing towards
απλός αόριστος
predisposed towards
παθητική μετοχή
predisposed towards
Παραδείγματα
The region's damp climate can predispose structures towards mold growth.
Το υγρό κλίμα της περιοχής μπορεί να προδιαθέσει τις κατασκευές προς την ανάπτυξη μούχλας.



























