Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to poodle around
01
περιφέρομαι άσκοπα, βόλτα χωρίς σκοπό
to move casually without a clear purpose or direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
poodle
ενεστώτας
poodle around
γ΄ ενικό πρόσωπο
poodles around
ενεστώτα μετοχή
poodling around
απλός αόριστος
poodled around
παθητική μετοχή
poodled around
Παραδείγματα
On weekends, I like to poodle around the city and discover new cafes.
Τα σαββατοκύριακα, μου αρέσει να περιφέρομαι στην πόλη και να ανακαλύπτω νέα καφέ.



























