to poodle around
poo
ˈpu:
poo
dle
dəl
dēl
a
ə
ē
round
raʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "poodle around"στα αγγλικά

to poodle around
01

περιφέρομαι άσκοπα, βόλτα χωρίς σκοπό

to move casually without a clear purpose or direction 
to poodle around definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
poodle
ενεστώτας
poodle around
γ΄ ενικό πρόσωπο
poodles around
ενεστώτα μετοχή
poodling around
απλός αόριστος
poodled around
παθητική μετοχή
poodled around
Παραδείγματα
On weekends, I like to poodle around the city and discover new cafes. 

Τα σαββατοκύριακα, μου αρέσει να περιφέρομαι στην πόλη και να ανακαλύπτω νέα καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store