Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plough back
01
επανεπενδύω, επενδύω ξανά τα κέρδη
to reinvest profits into a business to improve or expand it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
plough
ενεστώτας
plough back
γ΄ ενικό πρόσωπο
ploughs back
ενεστώτα μετοχή
ploughing back
απλός αόριστος
ploughed back
παθητική μετοχή
ploughed back
Παραδείγματα
They ploughed the earnings back into new machinery to increase production.
Εεπανεπένδυσαν τα κέρδη σε νέους μηχανισμούς για να αυξήσουν την παραγωγή.



























