Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plough back
[phrase form: plough]
01
επανεπενδύω, επενδύω ξανά τα κέρδη
to reinvest profits into a business to improve or expand it
Παραδείγματα
Successful businesses often plough back a significant portion of their revenues to ensure sustainable growth.
Οι επιτυχημένες επιχειρήσεις συχνά επανεπενδύουν ένα σημαντικό μέρος των εσόδων τους για να διασφαλίσουν βιώσιμη ανάπτυξη.



























