to play with
play
pleɪ
plei
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "play with"στα αγγλικά

to play with
01

παίζω με, δοκιμάζω

to consider an idea or possibility without fully committing to it 
to play with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play with
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays with
ενεστώτα μετοχή
playing with
απλός αόριστος
played with
παθητική μετοχή
played with
Παραδείγματα
He's playing with the idea of adopting a pet. 

Παίζει με την ιδέα της υιοθέτησης ενός κατοικίδιου.

02

παίζω με, παιχνιδίζω

to casually or aimlessly touch something 
Παραδείγματα
She always plays with her hair when she's nervous. 

Πάντα παίζει με τα μαλλιά της όταν είναι νευρική.

03

παίζω με, εξαπατώ

to deceive someone for amusement or personal gain 
Παραδείγματα
She's known to play with people by pretending to be someone else online. 

Είναι γνωστή ότι παίζει με τους ανθρώπους προσποιούμενη ότι είναι κάποιος άλλος στο διαδίκτυο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store