Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pile into
01
εφορμώ σε, μαζεύομαι σε
to quickly and perhaps somewhat chaotically enter a vehicle or space, often with many people doing so at once
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
pile
ενεστώτας
pile into
γ΄ ενικό πρόσωπο
piles into
ενεστώτα μετοχή
piling into
απλός αόριστος
piled into
παθητική μετοχή
piled into
Παραδείγματα
The fans piled into the stadium, anxiously awaiting the start of the concert.
Οι θαυμαστές συρρέουν στο στάδιο, ανυπομονώντας για την έναρξη της συναυλίας.
02
στριμώχνω, μαζεύω
to gather or push people into a space or vehicle in a hasty and disorderly manner
Παραδείγματα
During the emergency drill, the staff efficiently piled everyone into the safe room.
Κατά τη διάρκεια της προπόνησης έκτακτης ανάγκης, το προσωπικό συσσωμάτωσε αποτελεσματικά όλους στο ασφαλές δωμάτιο.



























