Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pick up after
[phrase form: pick]
01
καθαρίζω μετά, μαζεύω μετά
to clean the mess or disorder left by someone or something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up after
βασικό ρήμα
pick
ενεστώτας
pick up after
γ΄ ενικό πρόσωπο
picks up after
ενεστώτα μετοχή
picking up after
απλός αόριστος
picked up after
παθητική μετοχή
picked up after
Παραδείγματα
During the beach outing, parents made sure to pick up after their families, ensuring no litter was left behind.
Κατά την εκδρομή στην παραλία, οι γονείς φρόντισαν να μαζέψουν μετά τις οικογένειές τους, διασφαλίζοντας ότι δεν άφησαν σκουπίδια.



























