Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pelt down
[phrase form: pelt]
01
βρέχει καταρρακτωδώς, ρίχνει με το τσουβάλι
to rain very fast and hard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
pelt
ενεστώτας
pelt down
γ΄ ενικό πρόσωπο
pelts down
ενεστώτα μετοχή
pelting down
απλός αόριστος
pelted down
παθητική μετοχή
pelted down
Παραδείγματα
We decided to stay indoors as it began to pelt down.
Αποφασίσαμε να μείνουμε μέσα όταν άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς.



























