to occur to
o
ə
ē
ccur
ˈkɜ:
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "occur to"στα αγγλικά

to occur to
01

έρχομαι στο μυαλό, περνώ από το μυαλό

(of thoughts and ideas) to come to someone's mind 
Transitive: to occur to sb
to occur to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
occur
ενεστώτας
occur to
γ΄ ενικό πρόσωπο
occurs to
ενεστώτα μετοχή
occurring to
απλός αόριστος
occurred to
παθητική μετοχή
occurred to
Παραδείγματα
It often occurs to me that I should call my parents more often. 

Συχνά μου έρχεται στο μυαλό ότι πρέπει να τηλεφωνώ στους γονείς μου πιο συχνά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store