Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to occur to
[phrase form: occur]
01
έρχομαι στο μυαλό, περνώ από το μυαλό
(of thoughts and ideas) to come to someone's mind
Transitive: to occur to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
occur
ενεστώτας
occur to
γ΄ ενικό πρόσωπο
occurs to
ενεστώτα μετοχή
occurring to
απλός αόριστος
occurred to
παθητική μετοχή
occurred to
Παραδείγματα
As I was reading the book, an interesting idea occurred to me.
Καθώς διάβαζα το βιβλίο, μου ήρθε στο μυαλό μια ενδιαφέρουσα ιδέα.



























