to occur to
Pronunciation
/əkˈɜː tuː/

Ορισμός και σημασία του "occur to"στα αγγλικά

to occur to
[phrase form: occur]
01

έρχομαι στο μυαλό, περνώ από το μυαλό

(of thoughts and ideas) to come to someone's mind
Transitive: to occur to sb
to occur to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
occur
ενεστώτας
occur to
γ΄ ενικό πρόσωπο
occurs to
ενεστώτα μετοχή
occurring to
απλός αόριστος
occurred to
παθητική μετοχή
occurred to
Παραδείγματα
As I was reading the book, an interesting idea occurred to me.
Καθώς διάβαζα το βιβλίο, μου ήρθε στο μυαλό μια ενδιαφέρουσα ιδέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store