Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to land in
[phrase form: land]
01
μπλέκω, περιπλέκομαι
to get oneself or someone into trouble or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
land
ενεστώτας
land in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lands in
ενεστώτα μετοχή
landing in
απλός αόριστος
landed in
παθητική μετοχή
landed in
Παραδείγματα
He landed himself in jail for stealing a car.
Βρέθηκε στη φυλακή για κλοπή αυτοκινήτου.



























