Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang around with
/hˈæŋ ɹˈaʊnd wɪð/
hang round with
hang about with
to hang around with
[phrase form: hang]
01
βγαίνω με, περνάω χρόνο με
to spend time in the company of a particular group of people or individuals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around with
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang around with
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs around with
ενεστώτα μετοχή
hanging around with
απλός αόριστος
hung around with
παθητική μετοχή
hung around with
Παραδείγματα
I usually hang around with my old college buddies on weekends.
Συνήθως περιφέρομαι με τους παλιούς μου φίλους από το κολέγιο τα σαββατοκύριακα.



























