Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grate on
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
to continually annoy or irritate someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
grate
ενεστώτας
grate on
γ΄ ενικό πρόσωπο
grates on
ενεστώτα μετοχή
grating on
απλός αόριστος
grated on
παθητική μετοχή
grated on
Παραδείγματα
The never-ending traffic jams in the city can grate on even the most patient drivers.
Τα ατελείωτα μποτιλιάρισματα στην πόλη μπορούν να ενοχλήσουν ακόμα και τους πιο υπομονετικούς οδηγούς.



























