Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grasp at
[phrase form: grasp]
01
πιάνω στα σκαλιά, προσπαθώ να αρπάξω
to make an effort to obtain or achieve something, often with a sense of desperation because of being unhappy with one's current situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
grasp
ενεστώτας
grasp at
γ΄ ενικό πρόσωπο
grasps at
ενεστώτα μετοχή
grasping at
απλός αόριστος
grasped at
παθητική μετοχή
grasped at
Παραδείγματα
He grasped at the job offer as he was unhappy with his current employment.
Άρπαξε την προσφορά εργασίας επειδή ήταν δυσαρεστημένος με τη σημερινή του απασχόληση.
02
πιάνω απεγνωσμένα, προσπαθώ να πιάσω
to make a sudden and often desperate attempt to catch or hold onto something
Παραδείγματα
During the chaos, people grasped at any available lifebuoy to stay afloat.
Κατά τη διάρκεια του χάους, οι άνθρωποι άπιασαν οποιοδήποτε διαθέσιμο σωσίβιο για να παραμείνουν επιπλέοντες.



























