Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go on to
01
προχωρώ σε, συνεχίζω με
to move from one item or topic to the next in a sequence or discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes on to
ενεστώτα μετοχή
going on to
απλός αόριστος
went on to
παθητική μετοχή
gone on to
Παραδείγματα
The presenter went on to the next slide in the presentation.
Ο παρουσιαστής προχώρησε στην επόμενη διαφάνεια στην παρουσίαση.
02
προχωρώ σε, συνεχίζω προς
to travel to a specific location after being somewhere else
Παραδείγματα
After visiting Paris, they went on to London for the next leg of their European tour.
Μετά την επίσκεψη στο Παρίσι, συνέχισαν προς το Λονδίνο για το επόμενο στάδιο της ευρωπαϊκής τους περιοδείας.



























