Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fly into
[phrase form: fly]
01
μπαίνω σε, πέφτω σε
to suddenly and intensely enter a particular emotional or mental state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly into
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies into
ενεστώτα μετοχή
flying into
απλός αόριστος
flew into
παθητική μετοχή
flown into
Παραδείγματα
The unexpected gift made her fly into a state of delight.
Το απροσδόκητο δώρο την έκανε να πετάξει σε μια κατάσταση χαράς.
02
φτάνω με αεροπλάνο σε, προσγειώνομαι σε
to arrive at a location, typically a city or place, by airplane or aircraft
Παραδείγματα
Every summer, tourists fly into the coastal town to enjoy the beaches.
Κάθε καλοκαίρι, οι τουρίστες πετούν προς την παραθαλάσσια πόλη για να απολαύσουν τις παραλίες.



























