Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fly into
01
μπαίνω σε, πέφτω σε
to suddenly and intensely enter a particular emotional or mental state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly into
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies into
ενεστώτα μετοχή
flying into
απλός αόριστος
flew into
παθητική μετοχή
flown into
Παραδείγματα
Upon hearing the tragic news, she flew into a fit of uncontrollable tears.
Ακούγοντας την τραγική είδηση, έσκασε σε ακράτητα δάκρυα.
02
φτάνω με αεροπλάνο σε, προσγειώνομαι σε
to arrive at a location, typically a city or place, by airplane or aircraft
Παραδείγματα
The international business delegation is expected to fly into the capital tomorrow.
Αναμένεται η διεθνής επιχειρηματική αντιπροσωπεία να πετάξει στην πρωτεύουσα αύριο.



























