to fly at
fly
flaɪ
flai
at
æt
āt

Ορισμός και σημασία του "fly at"στα αγγλικά

to fly at
01

επιτίθεμαι σε, επιτίθεμαι βίαια

to attack or assault someone or something in a violent or aggressive manner 
Transitive: to fly at sb
to fly at definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly at
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies at
ενεστώτα μετοχή
flying at
απλός αόριστος
flew at
παθητική μετοχή
flown at
Παραδείγματα
The unexpected criticism caused her to fly at her colleagues during the meeting. 

Η απρόσμενη κριτική την έκανε να επιτεθεί στους συναδέλφους της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store