Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feel up to
01
αισθάνομαι ικανός να, έχω την ενέργεια να
to feel one has enough energy and mental capacity to be able to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels up to
ενεστώτα μετοχή
feeling up to
απλός αόριστος
felt up to
παθητική μετοχή
felt up to
Παραδείγματα
After being sick all week, I finally feel up to going back to work.
Αφού ήμουν άρρωστος όλη την εβδομάδα, τελικά αισθάνομαι σε θέση να επιστρέψω στη δουλειά.



























