Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feel up to
[phrase form: feel]
01
αισθάνομαι ικανός να, έχω την ενέργεια να
to feel one has enough energy and mental capacity to be able to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels up to
ενεστώτα μετοχή
feeling up to
απλός αόριστος
felt up to
παθητική μετοχή
felt up to
Παραδείγματα
Unfortunately, she did n't feel up to attending the event due to exhaustion.
Δυστυχώς, δεν αισθάνθηκε με την δύναμη να παραστεί στην εκδήλωση λόγω εξάντλησης.



























