Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expand on
[phrase form: expand]
01
επεκτείνω, αναπτύσσω
to provide more details, information, or a more comprehensive explanation about a particular topic or idea
Transitive: to expand on a topic or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
expand
ενεστώτας
expand on
γ΄ ενικό πρόσωπο
expands on
ενεστώτα μετοχή
expanding on
απλός αόριστος
expanded on
παθητική μετοχή
expanded on
Παραδείγματα
The training program aims to help employees expand on their skills and adapt to evolving job responsibilities.
Το πρόγραμμα εκπαίδευσης στοχεύει να βοηθήσει τους εργαζόμενους να επεκτείνουν τις δεξιότητές τους και να προσαρμοστούν σε εξελισσόμενες εργασιακές ευθύνες.



























