Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expand on
01
επεκτείνω, αναπτύσσω
to provide more details, information, or a more comprehensive explanation about a particular topic or idea
Transitive: to expand on a topic or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
expand
ενεστώτας
expand on
γ΄ ενικό πρόσωπο
expands on
ενεστώτα μετοχή
expanding on
απλός αόριστος
expanded on
παθητική μετοχή
expanded on
Παραδείγματα
Can you please expand on your proposal so that we have a clearer understanding of your ideas?
Μπορείτε να επεκτείνετε την πρότασή σας ώστε να έχουμε μια πιο σαφή κατανόηση των ιδεών σας;



























