Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag away from
[phrase form: drag]
01
τραβώ μακριά από, αποσπώ από
to forcefully remove someone or something from a particular place or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away from
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag away from
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags away from
ενεστώτα μετοχή
dragging away from
απλός αόριστος
dragged away from
παθητική μετοχή
dragged away from
Παραδείγματα
Despite his protests, his friends managed to drag him away from the gaming console to go outside.
Παρά τις διαμαρτυρίες του, οι φίλοι του κατάφεραν να τον τραβήξουν μακριά από την κονσόλα παιχνιδιών για να βγουν έξω.



























