Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do out of
[phrase form: do]
01
στερώ, αφαιρώ
to prevent someone from having or receiving something that is rightfully theirs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
does out of
ενεστώτα μετοχή
doing out of
απλός αόριστος
did out of
παθητική μετοχή
done out of
Παραδείγματα
The unethical landlord attempted to do the tenants out of their security deposit through unjustified charges.
Ο ανήθικος ιδιοκτήτης προσπάθησε να στερήσει τους ενοικιαστές από την εγγύησή τους μέσω αδικαιολόγητων χρεώσεων.



























