to do out of
do
du:
doo
out
aʊt
awt
of
əv
ēv

Ορισμός και σημασία του "do out of"στα αγγλικά

to do out of
01

στερώ, αφαιρώ

to prevent someone from having or receiving something that is rightfully theirs 
to do out of definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
does out of
ενεστώτα μετοχή
doing out of
απλός αόριστος
did out of
παθητική μετοχή
done out of
Παραδείγματα
The con artist managed to do several unsuspecting individuals out of their life savings through a fraudulent scheme. 

Ο απατεώνας κατάφερε να στερήσει πολλά ανυποψίαστα άτομα από τις οικονομίες της ζωής τους μέσω μιας απάτης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store