to dive in
dive
daɪv
daiv
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "dive in"στα αγγλικά

to dive in
01

βουτώ, επιτίθεμαι

to enthusiastically start doing something without thinking about it 
to dive in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dive
ενεστώτας
dive in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dives in
ενεστώτα μετοχή
diving in
απλός αόριστος
dove in
παθητική μετοχή
dived in
Παραδείγματα
Excited about the new project, she decided to dive in and contribute her expertise. 

Ενθουσιασμένη με το νέο έργο, αποφάσισε να βουτήξει και να συνεισφέρει την εξειδίκευσή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store