Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dive in
01
βουτώ, επιτίθεμαι
to enthusiastically start doing something without thinking about it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dive
ενεστώτας
dive in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dives in
ενεστώτα μετοχή
diving in
απλός αόριστος
dove in
παθητική μετοχή
dived in
Παραδείγματα
The team decided to dive in and tackle the complex problem head-on, working collaboratively to find solutions.
Η ομάδα αποφάσισε να βουτήξει και να αντιμετωπίσει το πολύπλοκο πρόβλημα κατευθείαν, συνεργαζόμενη για να βρει λύσεις.



























