Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dive in
01
βουτώ, επιτίθεμαι
to enthusiastically start doing something without thinking about it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dive
ενεστώτας
dive in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dives in
ενεστώτα μετοχή
diving in
απλός αόριστος
dove in
παθητική μετοχή
dived in
Παραδείγματα
Excited about the new project, she decided to dive in and contribute her expertise.
Ενθουσιασμένη με το νέο έργο, αποφάσισε να βουτήξει και να συνεισφέρει την εξειδίκευσή της.



























