Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devote to
01
αφιερώνω, αφοσιώνομαι
to dedicate or commit oneself, time, effort, or resources to a particular purpose, activity, or cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
devote
ενεστώτας
devote to
γ΄ ενικό πρόσωπο
devotes to
ενεστώτα μετοχή
devoting to
απλός αόριστος
devoted to
παθητική μετοχή
devoted to
Παραδείγματα
The artist has devoted her entire career to expressing social issues through her powerful artwork.
Η καλλιτέχνις έχει αφιερώσει ολόκληρη την καριέρα της στην έκφραση κοινωνικών θεμάτων μέσα από τα ισχυρά έργα τέχνης της.



























