Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devote to
01
αφιερώνω, αφοσιώνομαι
to dedicate or commit oneself, time, effort, or resources to a particular purpose, activity, or cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
devote
ενεστώτας
devote to
γ΄ ενικό πρόσωπο
devotes to
ενεστώτα μετοχή
devoting to
απλός αόριστος
devoted to
παθητική μετοχή
devoted to
Παραδείγματα
She decided to devote her weekends to volunteering at the local animal shelter.
Αποφάσισε να αφιερώσει τα σαββατοκύριακά της εργαζόμενη ως εθελόντρια στο τοπικό καταφύγιο ζώων.



























