to devote to
de
di
vote
ˈvəʊt
vewt
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "devote to"στα αγγλικά

to devote to
01

αφιερώνω, αφοσιώνομαι

to dedicate or commit oneself, time, effort, or resources to a particular purpose, activity, or cause 
to devote to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
devote
ενεστώτας
devote to
γ΄ ενικό πρόσωπο
devotes to
ενεστώτα μετοχή
devoting to
απλός αόριστος
devoted to
παθητική μετοχή
devoted to
Παραδείγματα
She decided to devote her weekends to volunteering at the local animal shelter. 

Αποφάσισε να αφιερώσει τα σαββατοκύριακά της εργαζόμενη ως εθελόντρια στο τοπικό καταφύγιο ζώων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store