to devote to
Pronunciation
/dɪvˈoʊt tuː/

Ορισμός και σημασία του "devote to"στα αγγλικά

to devote to
01

αφιερώνω, αφοσιώνομαι

to dedicate or commit oneself, time, effort, or resources to a particular purpose, activity, or cause
to devote to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
devote
ενεστώτας
devote to
γ΄ ενικό πρόσωπο
devotes to
ενεστώτα μετοχή
devoting to
απλός αόριστος
devoted to
παθητική μετοχή
devoted to
Παραδείγματα
The artist has devoted her entire career to expressing social issues through her powerful artwork.
Η καλλιτέχνις έχει αφιερώσει ολόκληρη την καριέρα της στην έκφραση κοινωνικών θεμάτων μέσα από τα ισχυρά έργα τέχνης της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store