Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to copy in
01
συμπεριλαμβάνω σε αντίγραφο, συμπεριλαμβάνω στο αντίγραφο
to include an additional recipient in an email by forwarding or sending a copy of the original message to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
copy
ενεστώτας
copy in
γ΄ ενικό πρόσωπο
copies in
ενεστώτα μετοχή
copying in
απλός αόριστος
copied in
παθητική μετοχή
copied in
Παραδείγματα
Sarah wanted to keep her supervisor informed, so she decided to copy in the project manager on the important email.
Η Σάρα ήθελε να κρατήσει τον επόπτη της ενημερωμένο, έτσι αποφάσισε να συμπεριλάβει σε αντίγραφο τον διαχειριστή του έργου στο σημαντικό email.



























