to consist of
con
kən
kēn
sist
ˈsɪst
sist
of
ɒv
ov

Ορισμός και σημασία του "consist of"στα αγγλικά

to consist of
01

αποτελείται από, περιλαμβάνει

to be formed from particular parts or things 
Transitive: to consist of particular parts
to consist of definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
consist
ενεστώτας
consist of
γ΄ ενικό πρόσωπο
consists of
ενεστώτα μετοχή
consisting of
απλός αόριστος
consisted of
παθητική μετοχή
consisted of
Παραδείγματα
The salad consists of fresh greens, tomatoes, and a zesty vinaigrette. 

Η σαλάτα αποτελείται από φρέσκα πράσινα, ντομάτες και μια πικάντικη βινεγκρέτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store