Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consist of
01
αποτελείται από, περιλαμβάνει
to be formed from particular parts or things
Transitive: to consist of particular parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
consist
ενεστώτας
consist of
γ΄ ενικό πρόσωπο
consists of
ενεστώτα μετοχή
consisting of
απλός αόριστος
consisted of
παθητική μετοχή
consisted of
Παραδείγματα
The salad consists of fresh greens, tomatoes, and a zesty vinaigrette.
Η σαλάτα αποτελείται από φρέσκα πράσινα, ντομάτες και μια πικάντικη βινεγκρέτα.



























