Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consist of
[phrase form: consist]
01
αποτελείται από, περιλαμβάνει
to be formed from particular parts or things
Transitive: to consist of particular parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
consist
ενεστώτας
consist of
γ΄ ενικό πρόσωπο
consists of
ενεστώτα μετοχή
consisting of
απλός αόριστος
consisted of
παθητική μετοχή
consisted of
Παραδείγματα
The success of the recipe largely consists of the unique combination of spices used.
Η επιτυχία της συνταγής αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από τον μοναδικό συνδυασμό των μπαχαρικών που χρησιμοποιούνται.



























