Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mix up in
01
εμπλέκομαι σε, μπλέκομαι σε
to become involved in a situation, especially one that is problematic or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up in
βασικό ρήμα
mix
ενεστώτας
mix up in
γ΄ ενικό πρόσωπο
mixes up in
ενεστώτα μετοχή
mixing up in
απλός αόριστος
mixed up in
παθητική μετοχή
mixed up in
Παραδείγματα
He found himself mixed up in a conflict he had tried to avoid.
Βρέθηκε ανακατεμένος σε μια διαμάχη που είχε προσπαθήσει να αποφύγει.



























