to mix up in
mix
mɪks
miks
up
ʌp
ap
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "mix up in"στα αγγλικά

to mix up in
01

εμπλέκομαι σε, μπλέκομαι σε

to become involved in a situation, especially one that is problematic or unpleasant 
to mix up in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up in
βασικό ρήμα
mix
ενεστώτας
mix up in
γ΄ ενικό πρόσωπο
mixes up in
ενεστώτα μετοχή
mixing up in
απλός αόριστος
mixed up in
παθητική μετοχή
mixed up in
Παραδείγματα
He found himself mixed up in a conflict he had tried to avoid. 

Βρέθηκε ανακατεμένος σε μια διαμάχη που είχε προσπαθήσει να αποφύγει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store