Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mix up in
[phrase form: mix]
01
εμπλέκομαι σε, μπλέκομαι σε
to become involved in a situation, especially one that is problematic or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up in
βασικό ρήμα
mix
ενεστώτας
mix up in
γ΄ ενικό πρόσωπο
mixes up in
ενεστώτα μετοχή
mixing up in
απλός αόριστος
mixed up in
παθητική μετοχή
mixed up in
Παραδείγματα
He got mixed up in a disagreement between his friends.
μπλέχτηκε σε μια διαφωνία μεταξύ των φίλων του.



























