Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to derive from
[phrase form: derive]
01
προέρχομαι από, παράγομαι από
to be originated from something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
derive
ενεστώτας
derive from
γ΄ ενικό πρόσωπο
derives from
ενεστώτα μετοχή
deriving from
απλός αόριστος
derived from
παθητική μετοχή
derived from
Παραδείγματα
His theories are derived from years of extensive research.
Οι θεωρίες του προέρχονται από χρόνια εκτεταμένης έρευνας.



























